βλάστηση

Η διαδικασία κατά την οποία αναπτύσσονται τα διάφορα μέρη του φυτού ή όλα εκείνα τα όργανα που κυριαρχούν κατά τις διάφορες βλαστικές περιόδους, δηλαδή κατά την αύξηση, την ανθοφορία και την καρποφορία. Κάθε κύκλος β. συνδέεται φυσιολογικά με την οργανική λειτουργία του φυτού, σε συνδυασμό με το περιβάλλον στο οποίο ζει και έχει έναν ορισμένο και σταθερό ρυθμό. Υπάρχουν δηλαδή φυτά που η βλαστική δραστηριότητά τους πραγματοποιείται στο βραχύ διάστημα μερικών μηνών ή ενός έτους (ετήσια φυτά) ή σε δύο έτη (διετή) ή ακόμα εναλλάσσονται με κανονικά διαστήματα λήθαργου (πολυετή). Σε όλες ωστόσο τις περιπτώσεις, οι οργανικές λειτουργίες της φυτικής ζωής, για τις οποίες προορίζονται τα φυτικά όργανα (ρίζες, κορμός, φύλλα στα κορμόφυτα, θαλός στα θαλόφυτα), ολοκληρώνουν οπωσδήποτε, στο τέλος κάθε περιόδου, τον σχηματισμό των οργάνων που χρησιμεύουν στην αναπαραγωγή και στον πολλαπλασιασμό του φυτικού ατόμου. Με τον όρο β. χαρακτηρίζεται επίσης το σύνολο των φυτών ορισμένης χώρας, περιοχής ή τοποθεσίας (τροπική, αλπική, λιμναία β.) ή η μορφή με την οποία τα φυτά καλύπτουν το έδαφος μιας περιοχής σχηματίζοντας χαρακτηριστικές ενώσεις ή φυτοκοινωνίες. Ο όρος κοινωνίες χρησιμοποιείται σκόπιμα, για να δηλώσει ότι η συνύπαρξη διαφόρων φυτικών ειδών στη β. του συγκεκριμένου χώρου δεν είναι τυχαία, αλλά αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας επιλογής την οποία επηρέασαν τόσο οι τοπικοί φυσικοί παράγοντες όσο και ο ανταγωνισμός μεταξύ των ίδιων των φυτών. Οι μορφές της β. που αναπτύσσονται στην επιφάνεια της Γης μπορούν να μελετηθούν με δύο τρόπους. Ο πρώτος είναι ο φυσιογνωμικός-οικολογικός. Βασίζεται στην έννοια της διάπλασης, η οποία αναφέρεται σε ένα σύνολο φυτών με σαφή φυσιογνωμικό χαρακτήρα. Για παράδειγμα, οι όροι δάσος και λιβάδι, που είναι είδη διαπλάσεων, μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε οποιαδήποτε περιοχή της Γης, ακόμα και αν αναφέρονται σε δάση ή λιβάδια τα οποία διαφέρουν πολύ μεταξύ τους ως προς τα είδη των φυτών που τα αποτελούν. Αυτός ο σχετικά απλός τρόπος περιγραφής της β. επικράτησε για πολλά χρόνια, γιατί διευκόλυνε τη συνεννόηση μεταξύ επιστημόνων που δεν είχαν ειδικευμένες γνώσεις συστηματικής βοτανικής, όπως οι γεωγράφοι. Με τον καιρό μάλιστα απέκτησε και οικολογική διάσταση, γιατί η ποικιλία των φυτών που μπορούν να ζήσουν σε μια περιοχή και ο τρόπος της ανάπτυξής τους εξαρτώνται από τις τοπικές κλιματικές, εδαφικές και ευρύτερες οικολογικές συνθήκες. Χαρακτηριστικές διαπλάσεις είναι το δάσος, η θαμνώδης β., η ημιθαμνώδης, το λιβάδι και η β. βρύων και λειχήνων των βόρειων περιοχών. Καθεμία από αυτές μπορεί να χωριστεί σε υποείδη, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της μορφής και των ειδών που την αποτελούν (δάση βροχερά, εύκρατα, μαγκρόβια κλπ. ή λιβάδια υγρά, σαβάνες, στέπες, πάμπας κλπ.). Ο δεύτερος τρόπος μελέτης είναι ο αποκαλούμενος χλωριστικός. Αυτός ο τρόπος μελέτης απαιτεί πιο εξειδικευμένες γνώσεις και βασίζεται στην έννοια της φυτοκοινωνίας, η ετυμολογία της οποίας επικρίθηκε από πολλούς, αλλά τελικά επικράτησε, γιατί δεν βρέθηκε άλλη πιο δόκιμη. Φυτοκοινωνία ονομάζεται ένα σύνολο φυτών που ζουν σε μια περιοχή και αποτελούν μια οργανική ενότητα και ταυτόχρονα χαρακτηριστική μονάδα β. (π.χ. δάσος οξιάς). Τα είδη που την αποτελούν είναι χαρακτηριστικά γι’ αυτήν και έχουν αποκτήσει την ικανότητα να συμβιώνουν ύστερα από αιώνες φυσικής επιλογής. Ορισμένα από αυτά επικρατούν, κοντά τους όμως επιβιώνουν και άλλα, με μικρότερη, αλλά μόνιμη συμμετοχή. Σε ένα τροπικό δάσος, για παράδειγμα, επικρατούν τα μεγάλα ξυλώδη φυτά, αλλά υπάρχουν και χιλιάδες άλλα που φυτρώνουν στη σκιά τους ή στο έδαφος ή στηρίζονται πάνω τους.
* * *
η (AM βλάστησις) [βλαστάνω]
το να βλαστάνει κάτι, φύτρωμα
μσν.- νεοελλ.
φυτό
νεοελλ.
1. το σύνολο των φυτών ενός τόπου
2. η χρονική περίοδος κατά την οποία τα φυτά πετάνε βλαστάρια.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • βλάστηση — η 1. το φύτρωμα. 2. η εποχή που τα φυτά και τα δέντρα βγάζουν βλαστούς: Η ανοιξιάτικη παγωνιά βρήκε τα φυτά πάνω στη βλάστησή τους. 3. το σύνολο των φυτών, η χλωρίδα κάποιου τόπου: Και από τις δύο πλευρές του ποταμού υπάρχει οργιώδης βλάστηση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βλάστηση — [властней] ουσ. θ. произрастание …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • βλαστήσῃ — βλαστήσηι , βλάστησις budding fem dat sg (epic) βλαστάνω bud aor subj mid 2nd sg βλαστάνω bud aor subj act 3rd sg βλαστάνω bud fut ind mid 2nd sg βλαστάω bring forth aor subj mid 2nd sg (attic ionic) βλαστάω bring forth aor subj act 3rd sg (attic …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μακκία βλάστηση — Βλ. λ. μακία βλάστηση ή διάπλαση …   Dictionary of Greek

  • μακία βλάστηση ή διάπλαση — Χαρακτηριστική φυτοκοινωνία ή θαμνώδης διάπλαση, η οποία συναντάται στα μεσογειακού τύπου κλίματα και αποτελείται από υψηλούς θάμνους, ύψους έως 2 μ., με σκληρούς ξυλώδεις κλάδους και μικρά δερματώδη φύλλα, σκούρου πράσινου χρώματος· είναι γνωστά …   Dictionary of Greek

  • έρημος — Με τον όρο έ. εννοείται στη φυσική γεωγραφία μια περιοχή με ξηρό κλίμα που χαρακτηρίζεται από μεγάλη σπανιότητα ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων (το μέγιστο ετήσιο ύψος βροχής ανέρχεται γενικά σε 200 250 χιλιοστά), τα οποία κατανέμονται πολύ… …   Dictionary of Greek

  • Καζακστάν — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία του Καζακστάν Παλαιότερη ονομασία: Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Καζακστάν (1925 91) Έκταση: 2.717.300 τ. χλμ. Πληθυσμός: 16.741.519 (2002) Πρωτεύουσα: Αστάνα (319.300 κάτ. το 1999)Κράτος της κεντρικής Ασίας.… …   Dictionary of Greek

  • τουρκιά — Χώρα της εγγύς Ανατολής. Το ευρωπαϊκό τμήμα της συνορεύει με την Ελλάδα και τη Βουλγαρία και βρέχεται από το Αιγαίο Πέλαγος, τον Εύξεινο Πόντο και την Προποντίδα. Το ασιατικό τμήμα της συνορεύει με την Αρμενία, το Αζερμπαϊτζάν, τη Γεωργία, το… …   Dictionary of Greek

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

  • Ιράν — Επίσημη ονομασία: Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν Παραδοσιακή ονομασία: Περσία Έκταση: 1.648.000 τ. χλμ. Πληθυσμός: 65.540.226 (2002) Πρωτεύουσα: Τεχεράνη (6.758.845 κάτ. το 1996)Κράτος της νοτιοδυτικής Ασίας στη Μέση Ανατολή. Συνορεύει στα Β με το… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.